άρχω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἄρχω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άρχω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

άρχω, παρατ.: ήρξα, στιγμ. μέλλ.: θα άρξω, αόρ.: ήρξα , παθ.φωνή: άρχομαι

  1. κυβερνώ, ασκώ εξουσία έχοντας ανώτατο αξίωμα, αρχή
  2. (μεταφορικά) κυριαρχώ


32πχ Μεταφράσεις[]