άρχω

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἄρχω

Ελληνικά (el) [edit]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

άρχω < ἄρχω

Open book 01.svg Ρήμα[edit]

άρχω, πρτ.: ήρξα, στ.μέλλ.: θα άρξω, αόρ.: ήρξα, παθ.φωνή: άρχομαι

  1. κυβερνώ, ασκώ εξουσία έχοντας ανώτατο αξίωμα, αρχή
  2. (μεταφορικά) κυριαρχώ


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[edit]