άρωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άρωμα αρώματα
γενική αρώματος αρωμάτων
αιτιατική άρωμα αρώματα
κλητική άρωμα αρώματα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈa.ɾɔ.ma/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άρωμα < αρχαία ελληνική ἄρωμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

άρωμα ουδέτερο

  1. η ευχάριστη μυρωδιά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μοσχοβολιά, ευωδία
    όταν οι γυναίκες έψηναν ψωμί στους φούρνους των σπιτιών τους, όλη η γειτονιά γέμιζε αρώματα
  2. παρασκεύασμα με ευχάριστη μυρωδιά, που χρησιμοποιείται από άνδρες και γυναίκες ως καλλυντικό
    η γνωστή ηθοποιός δήλωνε ότι κοιμόταν φορώντας μόνο το άρωμά της

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]