άσκαυλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἀσκαύλης

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άσκαυλος άσκαυλοι
γενική ασκαύλου ασκαύλων
αιτιατική άσκαυλο ασκαύλους
κλητική άσκαυλε άσκαυλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άσκαυλος < ασκός + αυλός + -ος (πβ. ελληνιστική κοινή ἀσκαύλης)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈa.ska.vlɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άσκαυλος αρσενικό

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Υπώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]