άσκοπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἄσκοπος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άσκοπος < αρχαία ελληνική ἄσκοπος < α- + σκοπός

Επίθετο[επεξεργασία]

άσκοπος, -η, -ο

  1. που δεν έχει σκοπό, χωρίς νόημα ή αποτελεσματικότητα, ή χωρίς καθαρό προορισμό
     αντώνυμα: σκόπιμος
  2. που είναι αναποτελεσματικός και μάταιος
     συνώνυμα: αναποτελεσματικός, ατελέσφορος
     αντώνυμα: αποτελεσματικός, τελεσφόρος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]