άσμιχτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἄσμηκτος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άσμιχτος άσμιχτη άσμιχτο
γενική άσμιχτου άσμιχτης άσμιχτου
αιτιατική άσμιχτο άσμιχτη άσμιχτο
κλητική άσμιχτε άσμιχτη άσμιχτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άσμιχτοι άσμιχτες άσμιχτα
γενική άσμιχτων άσμιχτων άσμιχτων
αιτιατική άσμιχτους άσμιχτες άσμιχτα
κλητική άσμιχτοι άσμιχτες άσμιχτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άσμιχτος < α- + σμίγω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άσμιχτος, -η, -ο

  1. που δεν έχει σμίξει με άλλους, δεν έχει αναμιχθεί ή δεν επιδέχεται ανάμιξη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αμιγής
  2. (για πρόσωπα) που δεν έρχεται σε επικοινωνία με άλλους
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ακοινώνητος
    δεν έχει κοινωνικοποιηθεί και κατέληξε εντελώς άσμιχτος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]