άσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο άσος οι άσοι
      γενική του άσου των άσων
    αιτιατική τον άσο τους άσους
     κλητική άσε άσοι
όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άσος < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άσος αρσενικό

  1. ο αριθμός 1
  2. το φύλλο της τράπουλας με το γράμμα Α
  3. άτομο με πολύ μεγάλες ικανότητες σε έναν τομέα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ένας άσος στο μανίκι ή ένα κρυμμένος άσος: ένα πλεονέκτημα που κρατιέται κρυφό για να εμφανιστεί την κατάλληλη στιγμή και να αιφνιδιάσει έναν αντίπαλο, ή να αποκτηθεί ο έλεγχος μιας κατάστασης.
  • μένω στον άσο: αποτυγχάνω και πρέπει να ξαναρχίσω από την αρχή

Μεταφράσεις[επεξεργασία]