άσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άσος άσοι
γενική άσου άσων
αιτιατική άσο άσους
κλητική άσε άσοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άσος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

άσος αρσενικό

  1. ο αριθμός 1
  2. το φύλλο της τράπουλας με το γράμμα Α
  3. άτομο με πολύ μεγάλες ικανότητες σε έναν τομέα

Εκφράσεις[]

  • ένας άσος στο μανίκι ή ένα κρυμμένος άσος: ένα πλεονέκτημα που κρατιέται κρυφό για να εμφανιστεί την κατάλληλη στιγμή και να αιφνιδιάσει τον αντίπαλο
  • μένω στον άσο: αποτυγχάνω και πρέπει να ξαναρχίσω από την αρχή

32πχ Μεταφράσεις[]