άσπρου

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

άσπρου

  1. άσπρος, στη γενική του ενικού
  2. άσπρο, στη γενική του ενικού