άστατο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. άστατο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική astatine < αρχαία ελληνική ἄστατος
  2. άστατο < ουδέτερο του άστατος < αρχαία ελληνική ἄστατος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άστατο ουδέτερο μόνο στον ενικό

πτώση ενικός
ονομαστική άστατο
γενική άστατου
αιτιατική άστατο
κλητική άστατο
  1. (χημεία) αμέταλλο, ραδιενεργό χημικό στοιχείο, που ανήκει στα αλογόνα, με ατομικό αριθμό 85, ατομικό βάρος 210 και χημικό σύμβολο το At
    Εναλλακτικές μορφές: αστάτιο
  2. (λόγιο) η αστάθεια

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

άστατο