άστικτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἄστικτος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άστικτος άστικτη άστικτο
γενική άστικτου άστικτης άστικτου
αιτιατική άστικτο άστικτη άστικτο
κλητική άστικτε άστικτη άστικτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άστικτοι άστικτες άστικτα
γενική άστικτων άστικτων άστικτων
αιτιατική άστικτους άστικτες άστικτα
κλητική άστικτοι άστικτες άστικτα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άστικτος < αρχαία ελληνική ἄστικτος < στίζω

Επίθετο[επεξεργασία]

άστικτος

  1. ο χωρίς στίγματα
  2. ο χωρίς σημεία στίξης
    τα μικρά παιδιά συχνά γράφουν άστικτα κείμενα και είναι δύσκολο να καταλάβεις τι γράφουν

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]