άσφαλτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άσφαλτος άσφαλτοι
γενική ασφάλτου ασφάλτων
αιτιατική άσφαλτο ασφάλτους
κλητική (άσφαλτo) άσφαλτοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άσφαλτος < ιταλική asfalto < λατινική asphaltus < αρχαία ελληνική ἄσφαλτος (το υλικό στερέωσης των τειχών της Βαβυλώνας για να μην σφάλλουν, δηλαδή να μην καταρρέουν)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

άσφαλτος θηλυκό

32πχ Μεταφράσεις[]