άσφαλτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἄσφαλτος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άσφαλτος άσφαλτοι
γενική ασφάλτου ασφάλτων
αιτιατική άσφαλτο ασφάλτους
κλητική (άσφαλτο) άσφαλτοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. άσφαλτος (ουσιαστικό) < αρχαία ελληνική ἄσφαλτος (το υλικό στερέωσης των τειχών της Βαβυλώνας για να μην σφάλλουν, δηλαδή να μην καταρρέουν) (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική asphalte)
  2. άσφαλτος (επίθετο) < μεσαιωνική ελληνική ἄσφαλτος < ἀ- + αρχαία ελληνική σφάλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άσφαλτος θηλυκό (& (λαϊκότροπο) (προφορικό) αρσενικό)

  1. ημίρρευστο υλικό που αποτελεί υπόλειμμα από την απόσταξη πετρελαίου και με το οποίο επιστρώνονται οι επιφάνειες δρόμων
  2. ο δρόμος που είναι στρωμένος με τέτοιο υλικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άσφαλτος άσφαλτη άσφαλτο
γενική άσφαλτου άσφαλτης άσφαλτου
αιτιατική άσφαλτο άσφαλτη άσφαλτο
κλητική άσφαλτε άσφαλτη άσφαλτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άσφαλτοι άσφαλτες άσφαλτα
γενική άσφαλτων άσφαλτων άσφαλτων
αιτιατική άσφαλτους άσφαλτες άσφαλτα
κλητική άσφαλτοι άσφαλτες άσφαλτα


Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άσφαλτος, -η, -ο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]