άσχημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άσχημα < επίθετο άσχημος

Επίρρημα[επεξεργασία]

άσχημα και άσκημα

μου συμπεριφέρεται άσχημα
νιώθω άσχημα που του μίλησα έτσι
  • σε κακή κατάσταση, ψυχολογικά ή σωματικά
είναι άσχημα ακόμα, δεν έχει συνέλθει

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]