άσχημος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άσχημος άσχημη άσχημο
γενική άσχημου άσχημης άσχημου
αιτιατική άσχημο άσχημη άσχημο
κλητική άσχημε άσχημη άσχημο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άσχημοι άσχημες άσχημα
γενική άσχημων άσχημων άσχημων
αιτιατική άσχημους άσχημες άσχημα
κλητική άσχημοι άσχημες άσχημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άσχημος < αρχαία ελληνική ἄσχημος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈa.sçi.mɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άσχημος -η -ο και άσκημος

  1. αυτός που έχει δυσάρεστη όψη

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]