άσωστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άσωστος < α στερητ.+σώνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άσωστος

  1. που δε σώθηκε ή δε σώνεται, δεν ξοδεύεται
  2. που δεν έχει τέλος

ο δρόμος μέσα στην έρημο έμοιαζε άσωστος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]