άτοπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

άτοπος < αρχαία ελληνική ἄτοπος

Επίθετο[επεξεργασία]

άτοπος

  1. που είναι σε αντίθεση με τη λογική
  2. που δεν ταιριάζει στην περίπτωση στην οποία αναφερόμαστε

Μεταφράσεις[επεξεργασία]