άυλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άυλος < α- (στερητικό) + ύλη

Επίθετο[επεξεργασία]

άυλος, -η, -ο

  • που δεν αποτελείται από ύλη

Μεταφράσεις[επεξεργασία]