άφυλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἄφυλος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άφυλος άφυλη άφυλο
γενική άφυλου άφυλης άφυλου
αιτιατική άφυλο άφυλη άφυλο
κλητική άφυλε άφυλη άφυλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άφυλοι άφυλες άφυλα
γενική άφυλων άφυλων άφυλων
αιτιατική άφυλους άφυλες άφυλα
κλητική άφυλοι άφυλες άφυλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

1.2: άφυλος < α- + φύλο < αρχαία ελληνική φῦλον < φύω
3,4: άφυλος < ελληνιστική κοινή ἄφυλος < αρχαία ελληνική φῦλον < φύω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άφυλος, -η, -ο

  1. που δεν έχει φύλο ή δεν έχει αναπαραγωγικά όργανα
  2. ο έκφυλος, ομοφυλόφιλος ή με ορμονικά προβλήματα
  3. ο μη ανήκων σε φυλή, ο μιγάς, ο μπάσταρδος
  4. ο διεθνιστής, ο φιλοσοφικά άπατρις

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]