άφυλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται επιμέλεια και έλεγχο
Παρακαλούμε συμπληρώστε, τεκμηριώστε το λήμμα και βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι το λήμμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Βικιλεξικού.

Για έλεγχο. και για ορισμούς και για ετυμολογίες (πηγές?) (Μπαμπινιώτης 2002: έμβιο ον χωρίς φύλο. Μεσαιωνική λέξη) --sarri.greek (συζήτηση) 14:49, 1 Ιουλίου 2019 (UTC).


Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἄφυλος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άφυλος άφυλη άφυλο
γενική άφυλου άφυλης άφυλου
αιτιατική άφυλο άφυλη άφυλο
κλητική άφυλε άφυλη άφυλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άφυλοι άφυλες άφυλα
γενική άφυλων άφυλων άφυλων
αιτιατική άφυλους άφυλες άφυλα
κλητική άφυλοι άφυλες άφυλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

1.2: άφυλος < α- + φύλο < αρχαία ελληνική φῦλον < φύω
3,4: άφυλος < ελληνιστική κοινή ἄφυλος < αρχαία ελληνική φῦλον < φύω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άφυλος, -η, -ο

  1. που δεν έχει φύλο ή δεν έχει αναπαραγωγικά όργανα ή που το είδος του εμφανίζει (και άρα αναπαράγεται από) ένα φύλο
    (συχνά θεωρείται ότι το φύλο αποτελεί φαινοτυπική διαφοροποίηση· αν υπάρχει μόνο ένα δύναται ο αναπαραγωγικός μηχανισμός να υπαχθεί στην γενική ανατομία των ατόμων του συγκεκριμένου είδους)
  2. ο έκφυλος, ομοφυλόφιλος ή με ορμονικά προβλήματα
  3. ο μη ανήκων σε φυλή, ο μιγάς, ο μπάσταρδος
  4. ο διεθνιστής, ο φιλοσοφικά άπατρις

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]