άχρονος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

ενικός
ο άχρονος
του άχρονου & του αχρόνου
τον άχρονο
ω άχρονε
πληθυντικός
οι άχρονοι
των άχρονων & του αχρόνων
τους άχρονους
ω άχρονοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άχρονος < ά- + χρόνος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άχρονος

  1. αιώνιος, μεγάλης διάρκειας/ηλικίας
  2. πολύ παλιός
  3. αθάνατος, αγέραστος, άφθαρτος
  4. που αποτελεί σταθερή αξία, ιδανικό
  5. απροσδιόριστης ηλικίας, συνήθως για κάποιον/κάτι παλιό που μικροδείχνει ή παραμένει αναλλοίωτος,-ο στο χρόνο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]