άψε σβήσε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άψε σβήσε < άναψε + σβήσε

Επίρρημα[επεξεργασία]

στο άψε σβήσε

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]