άψητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άψητος < στερητικό α- + ψητός

Επίθετο[επεξεργασία]

άψητος

  • που δεν έχει ψηθεί ή καλοψηθεί

Μεταφράσεις[επεξεργασία]