άψυχος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | άψυχος | η | άψυχη | το | άψυχο |
| γενική | του | άψυχου | της | άψυχης | του | άψυχου |
| αιτιατική | τον | άψυχο | την | άψυχη | το | άψυχο |
| κλητική | άψυχε | άψυχη | άψυχο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | άψυχοι | οι | άψυχες | τα | άψυχα |
| γενική | των | άψυχων | των | άψυχων | των | άψυχων |
| αιτιατική | τους | άψυχους | τις | άψυχες | τα | άψυχα |
| κλητική | άψυχοι | άψυχες | άψυχα | |||
| Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- άψυχος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄψυχος (για τη σημασία: που έχει πεθάνει) < ἀ- στερητικό + -ψυχος (ψυχή)
- για άλλες σημασίες: (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄψυχος [1]
Επίθετο
[επεξεργασία]άψυχος
- που δε διαθέτει ψυχή, όπως η νεκρά φύση, τα αντικείμενα
- που έχει ξεψυχήσει, είναι νεκρός
- ※ Tου ήλιου στο βασίλεμα της πέμτης της ημέρας
- το άλογο εγονάτισε και πέφτει αποθαμμένο,
- και άψυχος τού κείτεται απάνου ο καβελάρης,
- και άγρια πουλιά μαζώχτηκαν να φάνε τα κορμιά τους.
- Γεώργιος Τερτσέτης (1800-1880), Ομορφονιός αγάπησε
- (μεταφορικά) που δεν έχει ζωηράδα, σθένος ή τόλμη
- ≈ συνώνυμα: ξέψυχος
- (γραμματική) χωρίς ψυχή, ζωή, συνήθως για αντικείμενα όπως το τραπέζι, το παράθυρο (σε ορισμένες γλώσσες άψυχα ουσιαστικά διαφέρουν μορφολογικά από τα έμψυχα π.χ. στο αρσενικό γένος στα σλοβακικά)
- π.χ. Mám dobrého lekára (έχω έναν καλό γιατρό) αλλά Mám veľký pohár (έχω ένα μεγάλο ποτήρι)
- ≠ αντώνυμα: έμψυχος
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ άψυχος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ά- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ψυχος (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Γραμματική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)