άωτον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἄωτον, ἄωτος, άωτος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άωτον < αρχαία ελληνική ἄωτον / ἄωτος (το εκλεκτότερο δείγμα ενός είδους / πράγματος) < ἄημι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άωτον ουδέτερο

  • χρησιμοποιείται μόνο στη φράση άκρον άωτον (το ακραίο σημείο, το αποκορύφωμα, η ανωτάτη βαθμίδα)
    Το άκρον άωτον του κυνισμού και της αναλγησίας. Αφού με την ολέθρια και ανιστόρητη πολιτική τους οδήγησαν τη χώρα στη Μεγάλη Ύφεση και τους ανθρώπους της στη φτώχεια και στην ανεργία, τώρα έρχονται να τους βγάλουν και από τα σπίτια τους με το αιτιολογικό ότι δεν πληρώνουν τα δάνεια! (*)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]