άιβαρ
Εμφάνιση
(Ανακατεύθυνση από άϊβαρ)
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- άιβαρ < σερβική ajvar < οθωμανική τουρκική خاویار (havyar)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]άιβαρ ουδέτερο άκλιτο
- (γαστρονομία) ορεκτικό / σαλάτα της νότιας κυρίως, σερβικής κουζίνας φτιαγμένο από βρασμένες και ξεφλουδισμένες γλυκές κόκκινες πιπεριές που έχουν πολτοποιηθεί και διατηρηθεί σε γυάλινα δοχεία (ή σπανιότερα από μελιτζάνες)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα σερβικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα οθωμανικά τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Γαστρονομία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)