έβδομοι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

έβδομοι αρσενικό

  1. έβδομος, στην ονομαστική και την κλητική του πληθυντικού