έγκαυμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έγκαυμα εγκαύματα
γενική εγκαύματος εγκαυμάτων
αιτιατική έγκαυμα εγκαύματα
κλητική έγκαυμα εγκαύματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έγκαυμα < ἐγκαίω < ἐγ- (< ἐν-) + καίω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

έγκαυμα ουδέτερο

υπέστη εγκαύματα τρίτου βαθμού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]