έγκριση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έγκριση εγκρίσεις
γενική έγκρισης
& εγκρίσεως
εγκρίσεων
αιτιατική έγκριση εγκρίσεις
κλητική έγκριση εγκρίσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έγκριση < εγκρίνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɛŋ.ɡɾi.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

έγκριση θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εγκρίνω· η επίσημη ή ανεπίσημη, προφορική ή γραπτή, αποδοχή και συμφωνία ενός αρμόδιου (ατόμου, υπηρεσίας, αρχής) για τις μελλοντικές ενέργειες κάποιου που βρίσκεται υπό τη δικαιοδοσία του
    οι γονείς έδωσαν την έγκρισή τους για το γάμο της ανήλικης κόρης τους
    μόλις πήρα στα χέρια μου την έγκριση της τράπεζας και τρέχω να βγάλω τα υπόλοιπα χαρτιά για το δάνειο


32πχ Μεταφράσεις[]