έγκριση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η έγκριση οι εγκρίσεις
      γενική της έγκρισης
& εγκρίσεως
των εγκρίσεων
    αιτιατική την έγκριση τις εγκρίσεις
     κλητική έγκριση εγκρίσεις
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

έγκριση < εγκρίνω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɛŋ.ɡɾi.si/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έγκριση θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εγκρίνω· η επίσημη ή ανεπίσημη, προφορική ή γραπτή, αποδοχή και συμφωνία ενός αρμόδιου (ατόμου, υπηρεσίας, αρχής) για τις μελλοντικές ενέργειες κάποιου που βρίσκεται υπό τη δικαιοδοσία του
    οι γονείς έδωσαν την έγκρισή τους για το γάμο της ανήλικης κόρης τους
    μόλις πήρα στα χέρια μου την έγκριση της τράπεζας και τρέχω να βγάλω τα υπόλοιπα χαρτιά για το δάνειο


Μεταφράσεις[επεξεργασία]