έγχαρτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έγχαρτος < εν- + χαρτί + -ος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

έγχαρτος

  • που εγγράφεται σε χαρτί
    Για τις δικές τους ενέργειες καλεί τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας και τη γενική γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή του υπουργείου Οικονομίας ο Συνήγορος του Καταναλωτή σχετικά με την απόφαση της ΔΕΗ να χρεώνει με ένα επιπλέον ευρώ τους έγχαρτους λογαριασμούς. (*)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]