έδαφος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έδαφος εδάφη
γενική εδάφους εδαφών
αιτιατική έδαφος εδάφη
κλητική έδαφος εδάφη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έδαφος αρχαία ελληνική. Για τη μεταφορική σημασία, γαλλική

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɛ.ða.fɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έδαφος ουδέτερο

  1. το ανώτατο μέρος του στερεού φλοιού της Γης (ή άλλου ουράνιου σώματος)
    έγινε σεισμός και το έδαφος άνοιξε στα δύο, το ρήγμα κατάπιε τρία σπίτια!
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: χώμα, γη
    1. (συνεκδοχικά) το μέρος που πατούμε
      έπεσε στο έδαφος
      χάνω το έδαφος κάτω απ' τα πόδια μου
  2. η έκταση γης που ανήκει σε κράτος
    ελληνικό έδαφος - πάτρια εδάφη
  3. (μεταφορικά) οι συνθήκες, η βάση για την εξέλιξη δραστηριότητας
    υπάρχει γόνιμο έδαφος για συνεργασία και ανάπτυξη
    η άποψη αυτή κερδίζει έδαφος

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

ζαρκαδι