Μετάβαση στο περιεχόμενο

έδρανο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το έδρανο τα έδρανα
      γενική του εδράνου
& έδρανου
των εδράνων
    αιτιατική το έδρανο τα έδρανα
     κλητική έδρανο έδρανα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Επακόλουθες Δίκες της Νυρεμβέργης (1948): Οι δικαστές στο έδρανο
Το μαρτύριο του Αγίου Δημητρίου, 15ος αι., Χάνδακας: «Στην εικόνα ο νεαρός άγιος Δημήτριος κάθεται σε έδρανο, στο οποίο στηρίζεται με το αριστερό του χέρι»

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
έδρανο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕδρανον (κάθισμα, κατοικία) < ἕδος (κάθισμα) < ἕζομαι (κάθομαι)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

έδρανο ουδέτερο

  1. το κάθισμα με πάγκο από πάνω για να ακουμπά αυτός που κάθεται
  2. το θρανίο
  3. (μηχανολογία, στατική) η βάση στήριξης

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη έδρα

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]