έδρανο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έδρανο έδρανα
γενική εδράνου εδράνων
αιτιατική έδρανο έδρανα
κλητική έδρανο έδρανα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έδρανο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έδρανο ουδέτερο

  1. κάθισμα με πάγκο από πάνω για να ακουμπά αυτός που κάθεται
  2. θρανίο
  3. (μηχανολογία), (στατική) βάση στήριξης

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]