έθιμο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το έθιμο τα έθιμα
      γενική του εθίμου
έθιμου
των εθίμων
    αιτιατική το έθιμο τα έθιμα
     κλητική έθιμο έθιμα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

έθιμο < αρχαία ελληνική ἔθιμον, ουδέτερο του επιθέτου ἔθιμος < ἔθω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έθιμο ουδέτερο

  1. ενέργεια που επαναλαμβάνεται σε καθορισμένες περιστάσεις, όπως έχει καθιερωθεί από την παράδοση ενός λαού ή τόπου
    τα τοπικά έθιμα του γάμου
    τα ήθη και τα έθιμα του ελληνικού λαού
  2. (νομικά) είναι η επαναλαμβανόμενη τήρηση για μεγάλο χρονικό διάστημα κάποιας ορισμένης συμπεριφοράς, όπου με την πάροδο του χρόνου αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη νομική ισχύ, αποτελώντας έτσι πρωτογενή πηγή δικαίου και για οποιοδήποτε κλάδο (δικαίου)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]