έθρεψα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

έθρεψα

  1. α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέφω
  2. α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρέφω