έκθεμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έκθεμα εκθέματα
γενική εκθέματος εκθεμάτων
αιτιατική έκθεμα εκθέματα
κλητική έκθεμα εκθέματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έκθεμα < Αντικείμενο που παρουσιάζεται σε κοινή θέα >

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έκθεμα ουδέτερο

  • καθένα από τα αντικείμενα που συμπεριλαμβάνονται σε έκθεση, που παρουσιάζονται για παρατήρηση ή/και μελέτη σε χώρο προσβάσιμο από το κοινό


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]