έκιοσε

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έκιοσε < αρχαία ελληνική κείω - κεάζω - εκέασα = συντρίβω, κατακερματίζω , αποχωρίζω, διαχωρίζω.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

έκιοσε αρσενικό

  1. ((διαλεκτικά της Αχαΐας))(λαϊκότροπο) πέθανε

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τον έκιοσε η δουλειά: τον έφαγε η δουλειά

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  • Χρήστου Θ. Κανελλάκη, Το Μοίραλι από το 1461 έως σήμερα, εκδόσεις Περί Τεχνών, Πάτρα 2010, ISBN 978-960-6684-64-7, σελίδα 368