έκπτωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

έκπτωση < εκ + πτώση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έκπτωση θηλυκό

  1. η μείωση της τιμής ενός εμπορεύματος, συνήθως σε ορισμένες χρονικές περιόδους που προβλέπονται από τον νόμο
    δείτε τη λέξη εκπτώσεις

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]