έκπτωτος άγγελος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]έκπτωτος άγγελος αρσενικό
- (θρησκεία) άγγελος ο οποίος εκδιώχθηκε από τον παράδεισο, ο Εωσφόρος
- (μεταφορικά) άτομο το οποίο έχει εκδιωχθεί από κάπου
Μετά την προδοσία του, τον θεωρούσαν όλοι ως έναν έκπτωτο άγγελο, κάποτε λαμπρό και τώρα καταδικασμένο στην απομόνωση.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] έκπτωτος άγγελος
|
Πηγές
[επεξεργασία]- άγγελος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)