Μετάβαση στο περιεχόμενο

έκπτωτος άγγελος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο έκπτωτος άγγελος οι έκπτωτοι άγγελοι
      γενική του έκπτωτου αγγέλου
άγγελου
των έκπτωτων αγγέλων
    αιτιατική τον έκπτωτο άγγελο τους έκπτωτους αγγέλους
     κλητική έκπτωτε άγγελε έκπτωτοι άγγελοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
έκπτωτος άγγελος <  δείτε τις λέξεις έκπτωτος και άγγελος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈek.pto.tos ˈaŋ.ɟe.los/

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

έκπτωτος άγγελος αρσενικό

  1. (θρησκεία) άγγελος ο οποίος εκδιώχθηκε από τον παράδεισο, ο Εωσφόρος
  2. (μεταφορικά) άτομο το οποίο έχει εκδιωχθεί από κάπου
    παράδειγμα Μετά την προδοσία του, τον θεωρούσαν όλοι ως έναν έκπτωτο άγγελο, κάποτε λαμπρό και τώρα καταδικασμένο στην απομόνωση.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • άγγελος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)