έκρηξη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | έκρηξη | οι | εκρήξεις |
| γενική | της | έκρηξης* | των | εκρήξεων |
| αιτιατική | την | έκρηξη | τις | εκρήξεις |
| κλητική | έκρηξη | εκρήξεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, εκρήξεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- έκρηξη < αρχαία ελληνική ἔκρηξις
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈe.kɾi.ksi/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]έκρηξη θηλυκό
- η απότομη μεταβολή σε αέρια
- ※ Για να έγινε τεράστια έκρηξη προφανώς κάποιο εύφλεκτο υλικό υπήρχε, κάτι που δημιούργησε τις συνθήκες γιατί η πυρκαγιά, από την ενημέρωση που έχουμε, προκλήθηκε μετά την έκρηξη. (www.tovima.gr, 26.01.2026)
- ※ Στα δάχτυλα του χεριού του τραυματίστηκε 12χρονος, έξω από τον Ιερό Ναό Αγίου Βλασίου, στο Μενίδι, ύστερα από έκρηξη κροτίδας που ο ίδιος άναψε (Σοβαρός τραυματισμός ανηλίκου από κροτίδα στο Μενίδι - Μεταφέρθηκε στο Παίδων, skai.gr, 12/04/2026 )
- η απότομη εκτόξευση κομματιών μέσω εσωτερικής πίεσης, συχνά με θραύση
- ※ Στη χερσόνησο Ρέκιανες δεν είχε σημειωθεί καμιά ηφαιστειακή έκρηξη για οκτώ αιώνες, ως τον Μάρτιο του 2021. (www.tovima.gr, 21.11.2024)
- (μεταφορικά) η απότομη έναρξη
- ※ »Η έκρηξη του δεύτερου πολέμου στον Κόλπο αναμενόταν τα επόμενα 24ωρα, καθώς ο πρόεδρος Μπους επρόκειτο να απευθύνει στις 03.00 ώρα Ελλάδος (και ενώ “Το Βήμα” όδευε για εκτύπωση) κρίσιμο διάγγελμα προς τον αμερικανικό λαό. (www.tovima.gr, 20.03.2026)
- (μεταφορικά) η απότομη εκδήλωση συναισθήματος
- ※ ο θυμός είναι ένα υγιές συναίσθημα που μας κινητοποιεί, ενώ η οργή είναι μια ανεξέλεγκτη, καταστροφική έκρηξη που μας κάνει να χάνουμε τον έλεγχο. (www.kathimerini.gr, 20.06.2025)
- (μεταφορικά) μεγάλη και απότομη αύξηση
- ※ «Έκρηξη» τιμών σε ενέργεια και τρόφιμα δείχνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (www.kathimerini.gr, 10.03.2022)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] έκρηξη
|
Πηγές
[επεξεργασία]- έκρηξη - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας