έκσταση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η έκσταση οι εκστάσεις
      γενική της έκστασης
& εκστάσεως
των εκστάσεων
    αιτιατική την έκσταση τις εκστάσεις
     κλητική έκσταση εκστάσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

έκσταση (1-2) < αρχαία ελληνική ἔκστᾰσις < ἐξίστημι < ἐξ + ἵστημι (& (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική extase)
έκσταση (3) < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική ecstasy < αρχαία ελληνική ἔκστᾰσις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έκσταση θηλυκό

  1. κατάσταση του ανθρώπου που βιώνει έκπληξη, ενθουσιασμό, ευθυμία κ.λπ. ή κυριαρχείται από μια σκέψη
  2. (φιλοσοφία) (θρησκεία) ψυχοσωματική κατάσταση με μυστικιστικές καταβολές και προεκτάσεις, κατά την οποία το υποκείμενο αισθάνεται πνευματική μεταρσίωση και προσέγγιση προς το θείο
  3. (συνήθως ουδέτερο) είδος συνθετικού ναρκωτικού

Μεταφράσεις[επεξεργασία]