έκτακτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική έκτακτος έκτακτη έκτακτο
γενική έκτακτου έκτακτης έκτακτου
αιτιατική έκτακτο έκτακτη έκτακτο
κλητική έκτακτε έκτακτη έκτακτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική έκτακτοι έκτακτες έκτακτα
γενική έκτακτων έκτακτων έκτακτων
αιτιατική έκτακτους έκτακτες έκτακτα
κλητική έκτακτοι έκτακτες έκτακτα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έκτακτος < αρχαία ελληνική ἔκτακτος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

έκτακτος, -η, -ο (και εκτάκτου, εκτάκτης/εκτάκτων/εκτάκτους))

  1. κατ' εξαίρεση, που γίνεται εκτός του συνηθισμένου, προγραμματισμένου πλαισίου, εκτός τάξης
    έκτακτη γενική συνέλευση, έκτακτο φύλλο εφημερίδας (παράρτημα), έκτακτο δελτίο ειδήσεων, έκτακτες ανάγκες
  2. χαρακτηρισμός μη μόνιμης θέσης σε μια υπηρεσία
    έκτακτος καθηγητής
  3. (μεταφορικά) θαυμάσιος, τέλειος, καταπληκτικός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]