έκταξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: έκταση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η έκταξη οι εκτάξεις
      γενική της έκταξης
& εκτάξεως
των εκτάξεων
    αιτιατική την έκταξη τις εκτάξεις
     κλητική έκταξη εκτάξεις
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

έκταξη < ελληνιστική κοινή ἔκταξις < αρχαία ελληνική ἐκτάσσω < ἐκ- + τάσσω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έκταξη θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]