έκτρωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έκτρωμα εκτρώματα
γενική εκτρώματος εκτρωμάτων
αιτιατική έκτρωμα εκτρώματα
κλητική έκτρωμα εκτρώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έκτρωμα < αρχαία ελληνική ἔκτρωμα (το πρόωρα γεννημένο νεκρό παιδί)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

έκτρωμα ουδέτερο

  • (για ανθρώπους ή πράγματα) κάτι πολύ άσχημο
  • (για άυλα αντικείμενα) κάτι μη λειτουργικό, παράλογο, εξοργιστικό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]