Μετάβαση στο περιεχόμενο

έλαιο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το έλαιο τα έλαια
      γενική του ελαίου των ελαίων
    αιτιατική το έλαιο τα έλαια
     κλητική έλαιο έλαια
Κατηγορία όπως «άτομο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
έλαιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔλαιον (λάδι ελιάς) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική huile [1] → δείτε τη λέξη λάδι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

έλαιο ουδέτερο

  1. το ελαιόλαδο
    ※  Μετά την εορτή του Αγίου Σπυρίδωνα καταργείται η ιχθυοφαγία και συνεχίζει η κατάλυση οίνου και ελαίου στις καθημερινές και τα Σαββατοκύριακα εκτός Τετάρτης και Παρασκευής που είναι αυστηρή νηστεία. (Η Νηστεία ως τρόπος ζωής, Ιερά Μητρόπολις Κυτίου, ανακτήθηκε 8/5/2026 )
  2. λάδι οποιασδήποτε προέλευσης, ζωικής ή φυτικής
    παράδειγμα  τα έλαια είναι παχύρρευστα υγρά, ενώ τα λίπη είναι στερεά

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]