έλικα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

ιωνικό κιονόκρανό με τις δύο χαρακτηριστικές έλικες
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έλικα έλικες
γενική έλικας ελίκων
αιτιατική έλικα έλικες
κλητική έλικα έλικες
γεωμετρική έλικα
έλικα προσαγωγίου (gyrus cinguli)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έλικα < αρχαία ελληνική ἕλιξ (4.(σημασιολογικό δάνειο) γαλλική hélice)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έλικα θηλυκό

  1. (γεωμετρία) η γραμμή που γράφεται πάνω σε κύλινδρο που γυρίζει και (κατ’ επέκταση) οτιδήποτε μοιάζει μ' αυτή
  2. (αρχιτεκτονική) απόληξη κιονόκρανου παρόμοιου σχήματος
  3. (αεροπορικός όρος) (ναυτικός όρος) άλλη μορφή του έλικας
  4. (ιατρική) (ανατομία) ελικοειδής εξοχή στον εγκέφαλο
  5. (βοτανική) όργανο των φυτών που τα βοηθάει στην αναρρίχηση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]






Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]