έλκω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έλκω < αρχαία ελληνική ἕλκω

Open book 01.svg Ρήμα[]

έλκω, παθητικό: έλκομαι

  1. τραβώ προς το μέρος μου ένα σώμα (όντας ακίνητος), το σύρω, το σέρνω με άμεση ή έμμεση επαφή
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ωθώ, σπρώχνω
    • Έλξατε : επιγραφή σε εισόδους που σημαίνει ότι για να ανοίξει η πόρτα πρέπει να τη σύρετε προς το μέρος σας και όχι να την σπρώξετε ή να την ωθήσετε)
    • σύρω ένα σώμα καθώς κινούμαι και το εξαναγκάζω να κινηθεί και αυτό
      Το άλογο έλκει ή Το αυτοκίνητο έλκει το ρυμουλκούμενο (το ρυμουλκεί)
  2. (φυσική) ασκώ από απόσταση βαρυτική, ηλεκτρική ή μαγνητική δύναμη σε ένα σώμα και το εξαναγκάζω να κινηθεί προς το μέρος μου
    Τα ομώνυμα έλκονται ενώ τα ετερώνυμα απωθούνται
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: απωθώ
  3. ελκύω
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: απωθώ
  4. για να δηλωθεί καταγωγή
    έλκω το γένος από ... : κατάγομαι από..., βαστάω από...

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]