έλλειμμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έλλειμμα ελλείμματα
γενική ελλείμματος ελλειμμάτων
αιτιατική έλλειμμα ελλείμματα
κλητική έλλειμμα ελλείμματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έλλειμμα < ελλείπω < εν + λείπω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

έλλειμμα ουδέτερο

  1. χρηματικό ή άλλο ποσό που λείπει αναιτιολόγητα (από ταμείο, αποθήκη κλπ)
  2. (κατ' επέκταση) αυτό που λείπει, η ανεπάρκεια, η έλλειψη
    έλλειμμα ανθρωπιάς
  3. στον προϋπολογισμό, το ποσό κατά το οποίο τα έσοδα είναι λιγότερα από τα έξοδα
  4. στο εμπορικό ισοζύγιο, το ποσό κατά το οποίο η αξία των εξαγωγών είναι μικρότερη από την αξία των εισαγωγών


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]