έμβολο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έμβολο έμβολα
γενική εμβόλου εμβόλων
αιτιατική έμβολο έμβολα
κλητική έμβολο έμβολα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έμβολο < καθαρεύουσα ἔμβολον < αρχαία ελληνική ἔμβολον < ἐμβάλλω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɛɱ.vɔ.lɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έμβολο ουδέτερο,

  1. οτιδήποτε που εμβάλλεται - εισάγεται μέσα σε κάποιο σώμα.
  2. (ναυτικός όρος): μέσον εμβολισμού, προσγειάλωσης
  3. (μηχανολογία): σπουδαίο παλινδρομικό εξάρτημα των μηχανών, που κινείται μέσα σε κύλινδρο.
  4. (τεχνολογία): το κινητό μέρος κάθε είδους σύριγγας.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]