έμμηνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

έμμηνος < αρχαία ελληνική ἔμμηνος< ἐν + μήν

Επίθετο[επεξεργασία]

έμμηνος, -ος, -ον

  • αυτός που συμβαίνει κάθε μήνα, που επαναλαμβάνεται σε 30 ημέρες, αναφέρεται περισσότερο στην εμμηνόρροια.
έμμηνος ρύση

Μεταφράσεις[επεξεργασία]