έμπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έμπα < προστακτική του ρήματος μπαίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έμπα ουδέτερο άκλιτο

  1. το σημείο του χώρου από το οποίο μπορεί κάποιος να μπει κάπου μέσα
    στο έμπα του σπιτιού
  2. η χρονική στιγμή που μπαίνει κάποιος μέσα
  3. η αρχή
    με το έμπα του καινούριου χρόνου

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

έμπα

  • β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής αορίστου του ρήματος μπαίνω, μπες