Μετάβαση στο περιεχόμενο

έμφαση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η έμφαση οι εμφάσεις
      γενική της έμφασης* των εμφάσεων
    αιτιατική την έμφαση τις εμφάσεις
     κλητική έμφαση εμφάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, εμφάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
έμφαση < αρχαία ελληνική ἔμφασις < ἐμφαίνω < ἐν + φαίνω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈeɱ.fa.si/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

έμφαση θηλυκό

  • η ιδιαίτερη προσοχή ή βαρύτητα που αποδίδει κάποιος σε κάτι και γενικά η ιδιαίτερη σημασία που δίνει σε αυτό
      Η Δραματοθεραπεία πραγματοποιείται ως επί το πλείστον σε ομαδικό πλαίσιο και η έμφαση δίνεται στην αλληλεπίδραση της ομάδας. Επιπλέον, οι σκηνές στη Δραματοθεραπείας(sic) δεν συνδέονται κατ' ανάγκη άμεσα με την πραγματική εμπειρία της ζωής των ανθρώπων. Η Δραματοθεραπεία χρησιμοποιεί πολύ περισσότερο αυτοσχεδιασμό σκηνών μυθοπλασίας.
    Χριστοδούλου Αικατερίνη. (2016). Η επίδραση της Δραματοθεραπείας σε παιδιά με ΔΕΠ-Υ ή/και Δυσλεξία. Πανελλήνιο Συνέδριο Επιστημών Εκπαίδευσης, 2015(2), 1543–1554. https://doi.org/10.12681/edusc.386

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]