έμφραξη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έμφραξη εμφράξεις
γενική έμφραξης
& εμφράξεως
εμφράξεων
αιτιατική έμφραξη εμφράξεις
κλητική έμφραξη εμφράξεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έμφραξη < αρχαία ελληνική ἔμφραξις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έμφραξη θηλυκό

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εμφράσσω
  2. (ειδικότερα) (οδοντιατρική) σφράγισμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]