έναρθρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική έναρθρος έναρθρη έναρθρο
γενική έναρθρου έναρθρης έναρθρου
αιτιατική έναρθρο έναρθρη έναρθρο
κλητική έναρθρε έναρθρη έναρθρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική έναρθροι έναρθρες έναρθρα
γενική έναρθρων έναρθρων έναρθρων
αιτιατική έναρθρους έναρθρες έναρθρα
κλητική έναρθροι έναρθρες έναρθρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έναρθρος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

έναρθρος

  1. που έχει αρθρώσεις ή αρθρώματα, αρθρωτός
  2. (γραμματική) που εκφέρεται μαζί με το αντίστοιχο άρθρο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]