ένδειξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ένδειξη οι ενδείξεις
      γενική της ένδειξης* των ενδείξεων
    αιτιατική την ένδειξη τις ενδείξεις
     κλητική ένδειξη ενδείξεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, ενδείξεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ένδειξη < αρχαία ελληνική ἔνδειξις < ἐνδείκνυμι < ἐν + δείκνυμι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ένδειξη θηλυκό

  1. οτιδήποτε δείχνει κάτι
    Η είδηση έγινε δεκτή στην Καταλονία με πολλούς πολίτες να χτυπούν κατσαρόλες σε ένδειξη διαμαρτυρίας. (*)
  2. ό,τι μάς κάνει να πιθανολογήσουμε την εξέλιξη ή την έκβαση μιας υπόθεσης, φαινομένου κ.λπ.
  3. χαρακτηριστική σήμανση σε όργανο, συσκευή κ.λπ. που ρυθμίζει τη λειτουργία του, μας πληροφορεί γι’ αυτή ή μας δίνει διάφορες πληροφορίες
  4. η μέτρηση που μας δίνει κάποιο όργανο, συσκευή κ.λπ.
  5. (ιατρική) οτιδήποτε μας δείχνει ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα ή ασθένεια και πρέπει ν ακολουθηθεί η σχετική θεραπεία ή αγωγή
    → δείτε τη λέξη αντένδειξη

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]